Η πρώτη γραμμή μπαίνει κατευθείαν στην καρδιά: η Μάρω Κοντού, μία από τις εικόνες της «χρυσής εποχής» του ελληνικού κινηματογράφου, έφυγε από τη ζωή στην Αθήνα σε ηλικία 92 ετών. Είχε νοσηλευτεί πριν από ένα μήνα με αναπνευστικά προβλήματα στο «Αττικόν», ενώ τις τελευταίες ημέρες νοσηλευόταν στον «Άγιο Σάββα» — μια ήσυχη, αλλά επώδυνη κατάληξη μιας πολυετούς λαμπρής καριέρας που συντάραξε όλη τη χώρα.

Γεννήθηκε στις 21 Ιουνίου 1934 στη γειτονιά των Κουκακίων και ξεκίνησε την πορεία της προς τη δόξα στον θίασο του Εθνικού Θεάτρου, περνώντας στη μεγάλη οθόνη ήδη από το 1954. Στο ενεργητικό της — 61 μεγάλου μήκους ταινίες και περίπου 90 θεατρικές παραστάσεις· η «Ελενίτσα» της από το «Η γυναίκα να φοβάται τον άντρα» και τα ντουέτα της με κορυφαίους ηθοποιούς αποτελούν πλέον κομμάτι της λαϊκής κουλτούρας. Ανάμεσα στους θρύλους — «Πικρό νιάτο» (1961), «Κίτρινα γάντια» (1960), «Η οδηγός» (1964) και η απρόσμενη καμέο επιστροφή στο «Κι αν…» (2012).

Όμως η Μάρω δεν ήταν μόνο μια σταρ της οθόνης: μπήκε στην πολιτική — από το δημοτικό συμβούλιο της Αθήνας μέχρι το ελληνικό κοινοβούλιο με τη «Νέα Δημοκρατία» (1999–2007), εκδηλώνοντας επίσης το ταλέντο της και ως ζωγράφος. Η προσωπική της ζωή επίσης δεν ήταν απλή: δύο γάμοι — με τον σκηνοθέτη Αριστείδη Καρίδη-Φουξ και στη συνέχεια με τον δημοσιογράφο Γιώργο Δόξα — πρόσθεταν ανατροπές στη βιογραφία του αστεριού, τις οποίες σχολίαζε με την ειλικρίνεια που τη διέκρινε.

Η φιλοσοφία, η γοητεία και η απαράμιλλη γοητεία της την ανέδειξαν σε θρύλο: στην ανακοίνωση της Finos Film την αποκάλεσαν «ηθοποιό-σύμβολο του ελληνικού κινηματογράφου». Ωστόσο, μαζί με τον αποχαιρετισμό γεννιούνται ερωτήματα — για τις τελευταίες εβδομάδες, για την κληρονομιά της και για το πώς θα είναι το αποτέλεσμα αυτής της ιστορίας για τη νέα γενιά θαυμαστών.